26 Αυγ 2011

Καπνιστικός Τουρισμός


Οι διαφορές στις τιμές των προϊόντων καπνού από χώρα σε χώρα στην ΕΕ καθώς και η σταδιακή αύξηση της φορολογίας του καπνού σε πολλές χώρες, έχει ευνοήσει ένα νέο είδος τουρισμού, του καπνιστικού. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, οι Γάλλοι που αγοράζουν τσιγάρα από το Βέλγιο, οι Βρετανοί από το Καλέ της Βόρειας Γαλλίας, οι Γερμανοί από την Πολωνία και την Τσεχία, οι Πολωνοί από την Ουκρανία και οι Ιταλοί από το Μαυροβούνιο.

Όλο και περισσότεροι Γάλλοι καπνιστές ταξιδεύουν από το Παρίσι ή και την Ρουέν έως το Βέλγιο, για να αγοράσουν τσιγάρα σε φθηνότερες τιμές. Στο Βέλγιο, δεν υπάρχει ένα σύστημα έκδοσης αδειών πώλησης καπνού και έτσι οποιοσδήποτε μπορεί να ανοίξει μαγαζί αγοράζοντας ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι σε ένα συνοριακό χωριό. Έτσι, οι τουρίστες βρίσκουν πρώην μισοερειπωμένα χωριά, όπως το Αντινκέρκε όπου έχουν ανοίξει χιλιάδες υπεραγορές καπνού με φωτεινές επιγραφές και ονομασίες όπως «η γωνιά του λαθρεμπόρου», «το σοκάκι του καπνού», «το καπνιστό ποτάμι».

Συχνά οι Γάλλοι επιστρέφουν με περισσότερα πακέτα από αυτά που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, δηλαδή όχι περισσότερα από 1.000 τσιγάρα (πέντε κούτες των διακοσίων). Σύμφωνα με υπολογισμούς της καπνοβιομηχανίας British American Tobacco, περισσότερα από ένα στα πέντε τσιγάρα που καπνίζονται σήμερα στη Γαλλία έχουν αγοραστεί εκτός των συνόρων αυτής.

Επίσης, οι διαφορές στις τιμές από χώρα σε χώρα έχει αναπτύξει το λαθρεμπόριο τσιγάρων και την παράνομη διακίνησή τους μέσω Διαδικτύου. Χαρακτηριστικά, λαθρέμποροι εισάγουν στην Πολωνία φθηνά τσιγάρα από την Ουκρανία, σε απάντηση της σταδιακής αύξησης της φορολογίας καπνού που η Πολωνία εφαρμόζει μετά το 2004-έτος εισόδου της στην ΕΕ. Συνολικά, στις «μαύρες» αγορές ολόκληρης της υφηλίου, υπολογίζεται πως πωλούνται κάθε χρόνο 650 δισεκατομμύρια τσιγάρα, ποσότητα η οποία μεταφράζεται σε απώλειες ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις κυβερνήσεις.

Η εναρμόνιση της φορολογίας καπνού μεταξύ όλων των κρατών-μελών της ΕΕ, είναι μία λύση που μοιάζει δύσκολη στην εφαρμογή της, καθώς ο φόρος ενός πακέτου 20 τσιγάρων ξεκινά από περίπου 90 λεπτά στη Βουλγαρία και φτάνει μέχρι τα 5 ευρώ στην Ιρλανδία.

Οι εργαζόμενοι ΚΕΘΕΑ για το νομοσχέδιο περί ναρκωτικών

Τη θέση τους για το σχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας για τα ναρκωτικά αναλύουν ο πρόεδρος του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) Θανάσης Τζιούμπας και ο γραμματέας του Τάκης Χαλδαίος, επισημαίνοντας ότι ενώ διακρίνουν τα θετικά στοιχεία των κατευθύνσεων που δημοσιοποιήθηκαν για το σχέδιο νόμου, ωστόσο εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το μακρύ δρόμο που πρέπει να διανύσει από την εξαγγελία μέχρι το τελικό κείμενο, δεδομένης της συγκυρίας που επιλέχθηκε να ανασυρθεί.
Η ανακοίνωση των εργαζομένων του ΚΕΘΕΑ:
Η ανακοίνωση των γενικών κατευθύνσεων του σχεδίου νόμου για τα ναρκωτικά που παρουσίασε την Τρίτη 2 Αυγούστου ο υπουργός Υγείας αποτέλεσε αφορμή να εκδηλωθεί για μια ακόμη φορά η παθογένεια του δημόσιου διαλόγου για το κρίσιμο αυτό κοινωνικό ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλη η συζήτηση μοιάζει να επικεντρώνεται στην αποποινικοποίηση της χρήσης ουσιών πυροδοτώντας μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτούς που πανηγυρίζουν για το ελευθεριακό και εκσυγχρονιστικό πνεύμα του νομοσχεδίου, αναγορεύοντας την χρήση και την εξάρτηση σε γεγονός ελευθερίας, και σε εκείνους που διακρίνουν μια κομπίνα της κυβέρνησης για να μαστουρώσει την κοινή γνώμη σε καιρούς μνημονίου, λες και η αύξηση των φαινομένων εξάρτησης δεν προκαλείται από την ίδια την κοινωνική και οικονομική κρίση αλλά από την διαθεσιμότητα των ναρκωτικών.
Βέβαια μια επικαιρότητα που εστιάζεται στο «σοκ και δέος» της εικόνας συριγγών, εξαθλιωμένων χρηστών και αναγγελίας θανάτων δεν μπορεί να διακρίνει ούτε τις κοινωνικές αιτίες της χρήσης αλλά ούτε και την παθογένεια των μέχρι τώρα πολιτικών αντιμετώπισης, της ανεπάρκειας του δικαστικού και του σωφρονιστικού συστήματος, των κυκλωμάτων που στήνονται γύρω από την ποινική αντιμετώπιση του χρήστη, του κοινωνικού στιγματισμού και της περιθωριοποίησης, φαινόμενα που βλέπουμε να εντείνονται καθημερινά όσο η κρίση διαβρώνει τα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής.
Ως εργαζόμενοι στον χώρο της απεξάρτησης μπορούμε να διακρίνουμε τα θετικά στοιχεία των κατευθύνσεων που δημοσιοποιήθηκαν για το σχέδιο νόμου, που ας σημειωθεί έχει κατατεθεί από την Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή στο υπουργείο τον Γενάρη και ανασύρεται σήμερα χάριν της συγκυρίας. Κι όλα αυτά με την επιφύλαξη του μακρού δρόμου που πρέπει να διανύσει από την εξαγγελία μέχρι το τελικό κείμενο που θα ψηφιστεί:
- Η αντιμετώπιση της χρήσης ως πράξη αυτοπροσβολής (που βέβαια είναι κάτι διαφορετικό από το «δικαίωμα στην χρήση») και η συνεπακόλουθη ποινική αντιμετώπιση της κατοχής ως πταίσμα, αποκαθιστά τον παραλογισμό της θεώρησης του εξαρτημένου ως εγκληματία, όταν το «έγκλημα» στρέφεται αποκλειστικά κατά του εαυτού του. Βέβαια η «παραφωνία» της ελάφρυνσης της ποινής για καλλιέργεια κάνναβης, κατάλοιπο ίσως νεανικό ή επικοινωνιακό τρυκ, κινδυνεύει να περάσει λάθος μηνύματα, και να αποενοχοποιήσει συμβολικά την εξάρτηση μεταθέτοντας το πρόβλημα στον τρόπο προμήθειας της ουσίας.
- Η προσπάθεια επαναδιατύπωσης των ελαφρυντικών συνεπειών της ιδιότητας του εξαρτημένου στην ποινική αντιμετώπιση της εμπορίας μπορεί να συμβάλλει στον τερματισμό του σημερινού θεάτρου του παραλόγου, όπου μεγαλέμποροι πέφτουν στα μαλακά «εξασφαλίζοντας» βεβαιώσεις ότι είναι χρήστες, ενώ εξαρτημένοι φορτώνονται με εξοντωτικές ποινές κατά το δοκούν.
- Τα ευνοϊκά μέτρα που περιλαμβάνονται και ενισχύουν την τρέχουσα νομοθεσία μπορούν να συμβάλλουν στην αποφυγή φαινομένων που κατ’ επανάληψη αντιμετωπίζουμε, να «ανταμείβεται» η προσπάθεια ανθρώπων που βρίσκονται σε διαδικασία απεξάρτησης ή έχουν απεξαρτηθεί, με μια ανάλγητη ποινική μεταχείριση, ακυρώνοντας τόσο την δική τους προσπάθεια όσο και την επένδυση των οργανισμών (και της πολιτείας) στο να την στηρίξουν.
- Η εναλλακτική δυνατότητα της θεραπείας αντί της έκτισης ποινής όχι μόνο δημιουργεί κίνητρα για μια πορεία απεξάρτησης και κοινωνικής επανένταξης αλλά αποκαθάρει και την ιδέα του σωφρονισμού από την παγίδα της εκδικητικότητας. Παράλληλα η ευνοϊκή μεταχείριση των υπό απεξάρτηση ατόμων για να ολοκληρώσουν την προσπάθεια τους ενισχύει αντικειμενικά την θεραπεία αλλά εκπέμπει επί πλέον ένα ισχυρό κοινωνικό μήνυμα ότι αυτή η προσπάθεια βρίσκει αναγνώριση και αξία.
Οι δηλώσεις του υπουργού εστιάστηκαν κατ’ επανάληψη στην διασφάλιση του δικαιώματος στην απεξάρτηση, στην θεραπεία. Κι αυτό είναι το σημείο που κρίνονται οι προθέσεις της κυβέρνησης, αν διασφαλίζει στην πράξη τις αρχές που επικαλείται. Εδώ δυστυχώς η πραγματικότητα απέχει από τις διακηρύξεις. Γιατί το δικαίωμα στην θεραπεία είναι συνάρτηση της φροντίδας της πολιτείας για την απεξάρτηση και την Δημόσια Υγεία γενικότερα. Και η διαρκής μείωση των προϋπολογισμών των οργανισμών, η ασφυξία της θεσμοθετημένης πλέον συνεχούς μείωσης του προσωπικού όταν οι ανάγκες γιγαντώνονται, το φημολογούμενο συν- χωνευτήρι με μόνο κριτήριο την μείωση του κόστους, η εγκατάλειψη του ποιοτικού κριτηρίου, η μονομερής αναζήτηση λύσεων στο «φτηνό» υποκατάστατο, είναι τουλάχιστον αντιφατικά με τις καλές προθέσεις που διατυπώνονται στο σχέδιο νόμου. Ο ενταφιασμός του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα ναρκωτικά, του σχεδίου δηλαδή που θα μετουσιώσει τις προθέσεις και τα νομοθετήματα σε εφαρμόσιμη πολιτική, είναι μια ακόμη αξιοσημείωτη αντίφαση.
Ως εργαζόμενοι του ΚΕΘΕΑ ζούμε στην καθημερινότητα του εργασιακού μας χώρου την σκοτεινή πλευρά της κυβερνητικής πολιτικής. Αγωνιζόμαστε και διεκδικούμε αυτές οι αρχές που μοιάζει να γίνονται αποδεκτές στο σχέδιο νόμου να γίνουν σεβαστές από την πολιτεία και στο επίπεδο της καθημερινής πράξης κι όχι να αποτελέσουν μια κενή ρητορεία, χρήσιμη μόνο για να συγκαλύψει τον καιάδα των πολιτικών του μνημονίου, στον οποίο ρίχνονται καθημερινά οι εξαρτημένοι μαζί με τις οικογένειες τους, αλλά και τους εργαζόμενους στην απεξάρτηση.